Ω ΠΑΤΕΡΑ
Ω Πατέρα σύ που μένεις,
Εκεί ψηλά στον ούρανό,
Πότε θα άντικρύσω πάλι,
Το άγιό σου πρόσωπο.
Μέσα στά άγια δώματά σου,
Κατοικούσε το πνεύμα μου,
Σαν παιδί σου κι εγώ σιμά σου,
Ζούσα με τη στοργή σου.
Γι ένα σοφό λαμπρό σκοπό,
Με έχεις στείλει εδώ στη γη,
Καί έχω ΄χασει κάθε μνήμη,
Από την άλλη μου ζωή.
Κι είναι στιγμές που αναρωτιέμαι,
Μηπως είμαι ξένος εδώ,
Και μου φαίνεται σαν να ήρθα,
Απ’ έναν κόσμο πιό λαμπρό.
Να σε αποκαλούμε Πατέρα,
Διδαχτήκαμε από μικροί,
Αλλά πρίν γίνει γνωστή η αλήθεια,
Κανείς δεν ήξερε το γιατί.
Οι ουράνιοι γονείς μας,
Άραγε ζούνε μοναχοί,
Η αλήθεια μου ψιθυρίζει,
Πως έχω καί Μητέρα εκεί.
Όταν τελειώσ’ αυτή η ζωή μου,
Που είναι πρόσκαιρη καί θνητή,
Να ’ρθώ Πατέρα καί Μητέρα,
Στην ουράνια σας αυλή.
Όταν θα έχω εδώ όλα τελειώσει,
Όσα να κάνω μου είπατ’ εσείς,
Με την άγια έγκρισή σας,
Θαρθω να ζήσουμε μαζί.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΓΡΑΦΩΝ
Πρός Ρομαίους 8:16-17 – «Το ίδιο το Πνεύμα δίνει μαρτυρία, μαζί με το πνεύμα μας, ότι είμαστε παιδιά τού Θεού.
«Και αν είμαστε παιδιά, είμαστε και κληρονόμοι• κληρονόμοι μεν του Θεού.»
Πράξεις των Αποστόλων 17:28-29 – «Για τον λόγο ότι, μέσα σ’ αυτόν ζούμε και κινούμαστε και υπάρχομε• όπως και μερικοί από τους ποιητές σας είπαν: «Επειδή, και δικό του γένος είμαστε».
«Αφού, λοιπόν, είμαστε γένος τού Θεού, δεν πρέπει να νομίζουμε τον Θεό ότι είναι όμοιος με χρυσάφι ή ασήμι ή πέτρα, χαραγμένα με τέχνη και επινόηση ανθρώπου.»