Η σελίδα αυτή δεν είναι επίσημη από την Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών

Μορμόνοι Ύμνοι

Ύμνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών (Εκκλησία των Μορμόνων)

Home | Μορμονική Χορωδία του Ταμπερνάκλ |

ΠΛΑΚΕΣ ΑΠΟ ΧΡΥΣΟ

 

 

Μέσ’ στο βουνό κρυμμένες,
Πλάκες από χρυσό,
Περίμεναν τον άνδρα
Σταλμένο απ’ το Θεό.

 

Γραμμένες από το Νεφί,
Καί τώρ’ από καιρό,
Στού Μόρμον το Βιβλίο,
Τίς έχουμε οδηγό.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΓΡΑΦΩΝ

 

Τζόζεφ Σμίθ — Ιστορία 1:51-53 – «Κοντά στό χωριό Μάντσεστερ, τής επαρχίας Οντάριο τής Νέας Υόρκης, Βρίσκεται ένας λόφος αρκετά μεγάλου μεγέθους καί πιό ανυψωμένος απ’ όλους τριγύρω. Στή δυτική πλευρά αυτού του λόφου, όχι μακριά από τήν κορυφή, κάτω από μιά αρκετά μεγάλη πέτρα βρίσκονταν οί πλάκες, τοποθετημέωες σέ ένα πέτρινο κιβώτιο. Αυτή η πέτρα ήταν παχιά καί στογγυλεμένη στό μέσο στήν επάνω πλευρά, καί λεπτότερη πρός τίς άκρες, έτσι ώστε το μεσαίο τμήμα της ήταν ορατό πάνω από το έδαφος, όμως οί άκρες ολόγυρα ήταν σκεπασμένες μέ χώμα.

 

«Αφού απομάκρυνα το χώμα, πήρα ένα μοχλό τόν οποίο εφάρμοσα κάτω από τήν άκρη τής πέτρας, καί μέ λίγη προσπάθεια τήν ανασήκωσα. Κοίταξα μέσα, καί πράγματι είδα τίς πλάκες, το Ουρίμ καί Θουμμίμ καί το θώρακα, όπως είχε δηλώσει ο αγγελιοφόρος. Το κιβώτιο μέσα στό οποίο βρίσκονταν ήταν φτιαγμένο από πέτρες κολλημένες η μιά στήν άλλη μέ ένα είδος τσιμέντου. Στό βάθος του κιβωτίου βρίσκονταν δύο πέτρες σταυροειδώς σέ σχέση μέ το κιβώτιο, καί επάνω σ’ αυτές τίς πέτρες είχαν τοποθετηθεί οί πλάκες καί τα άλλα αντικείμενα μαζί τους.

 

«Επιχείρησα νά τίς βγάλω έξω, αλλά αυτό μου απαγορεύτηκε από τόν αγγελιοφόρο, καί μέ πληροφόρησε πάλι ότι δέν είχε φθάσει ακόμα ν στιγμή νά τίς πάρω, ούτε θά έφθανε, παρά μόνο τέσσερα χρόνια μετά από αυτήν τή στιγμή. Όμως μου είπε ότι έπρεπε νά έλθω σέ αυτό το μέρος σέ ένα χρόνο ακριβώς μετά από αυτήν τή στιγμή, καί ότι αυτός θά συναντιόταν μαζί μου εκεί, καί ότι έπρεπε νά εξακολουθήσω νά κάνω το ίδιο μέχρι νά ερχόταν η στιγμή νά πάρω τίς πλάκες.»

 

Τζόζεφ Σμίθ — Ιστορία 1:59 – «Τελικά έφτασε η ώρα νά παραλάβω τίς πλάκες, το Ουρίμ καί Θουμμίμ καί το θώρακα. Τήν εικοστή δεύτερη ημέρα του Σεπτεμβρίου, χίλια οχτακόσια είκοσι επτά, ενώ πήγα όπως συνήθως κατά το τέλος ενός ακόμη χρόνου στό μέρος όπου αυτά ήταν τοποθετημένα, ο ίδιος ουράνιος αγγελιοφόρος μου τα παρέδωσε μέ τούτη τήν εντολή: ότι θά ήμουν υπεύθυνος γι’ αυτά, ότι άν τα άφηνα νά χαθούν από απροσεξία η από οποιαδήποτε αμέλειά μου, θά καταστρεφόμουν. Όμως άν ασκούσα όλες μου τίς προσπάθειες νά τα διαφυλάξω, μέχρις ότου εκείνος, ο αγγελιοφόρος, θά τα ζητούσε, αυτά θά προστατεύονταν.»

  • Share/Bookmark

Leave a Reply